Δείτε επίσης: κανονιοστοιχία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κανονιοστάσιο τα κανονιοστάσια
      γενική του κανονιοστάσιου
κανονιοστασίου
των κανονιοστάσιων
κανονιοστασίων
    αιτιατική το κανονιοστάσιο τα κανονιοστάσια
     κλητική κανονιοστάσιο κανονιοστάσια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανονιοστάσιο < κανόνι + -ο- + -στάσιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανονιοστάσιο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία