Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κακοδιοίκητος κακοδιοίκητη κακοδιοίκητο
γενική κακοδιοίκητου κακοδιοίκητης κακοδιοίκητου
αιτιατική κακοδιοίκητο κακοδιοίκητη κακοδιοίκητο
κλητική κακοδιοίκητε κακοδιοίκητη κακοδιοίκητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακοδιοίκητοι κακοδιοίκητες κακοδιοίκητα
γενική κακοδιοίκητων κακοδιοίκητων κακοδιοίκητων
αιτιατική κακοδιοίκητους κακοδιοίκητες κακοδιοίκητα
κλητική κακοδιοίκητοι κακοδιοίκητες κακοδιοίκητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακοδιοίκητος < κακοδιοικώ + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κακοδιοίκητος, -η, -ο

  1. που έχει διοικηθεί με άσχημο τρόπο, αναποτελεσματικά


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία