Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακοδιοικούμαι < παθητική φωνή του κακοδιοικώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

κακοδιοικούμαι

  1. με διοικούν άσχημα, αναποτελεσματικά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία