Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακοδιοίκηση < κακο- + διοίκηση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κακοδιοίκηση θηλυκό

  1. η κακή και αναποτελεσματική διοίκηση
    Έκανε λόγο για υπέρογκες σπατάλες, κακοδιοίκηση και κακοδιαχείριση, μη εφαρμογή των νόμων, μη αξιολόγηση των δομών και των υπηρεσιών που προσφέρουν (Καταγγελίες Σκοπούλη για κακοδιαχείριση, iefimerida.gr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία