Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλαϊς < ελληνιστική κοινή κάλαϊς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλαϊς θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάλαϊς καλάϊδε καλάϊδες
Γενική καλάϊδος καλαΐδοιν καλαΐδων
Δοτική καλάϊδι καλαΐδοιν καλάϊσι(ν)
Αιτιατική καλάϊδα καλάϊδε καλάϊδας
Κλητική κάλαϊς καλάϊδε καλάϊδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλαϊς < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλαϊς θηλυκό

  1. τιρκουάζ
  2. (ορνιθολογία) κόκορας
    συνώνυμα: ἀλέκτωρ, ἀλεκτρυών, κόττος, πετεινός
  3. ιστίο
    συνώνυμα: ἱστίον

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία