Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιχνοστοιχείο τα ιχνοστοιχεία
      γενική του ιχνοστοιχείου των ιχνοστοιχείων
    αιτιατική το ιχνοστοιχείο τα ιχνοστοιχεία
     κλητική ιχνοστοιχείο ιχνοστοιχεία
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιχνοστοιχείο < ίχνος + στοιχείο ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) trace element)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιχνοστοιχείο ουδέτερο

  • (βιολογία) (συνήθως στον πληθυντικό: ιχνοστοιχεία) συγκεκριμένα ανόργανα χημικά στοιχεία, των οποίων η παρουσία σε πολύ μικρές ποσότητες είναι απαραίτητη στους οργανισμούς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία