Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θαλασσομάχος οι θαλασσομάχοι
      γενική του θαλασσομάχου των θαλασσομάχων
    αιτιατική τον θαλασσομάχο τους θαλασσομάχους
     κλητική θαλασσομάχε θαλασσομάχοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσομάχος < θάλασσα + μάχομαι.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλασσομάχος αρσενικό

  1. Αυτός που μάχεται στη θάλασσα, ο ναυμάχος.
    Ο Λάμπρος Κατσώνης ηταν σπουδαίος θαλασσομάχος.
  2. Αυτός που έχει περάσει πολλά χρόνια στη θάλασσα ή έχει κινδυνέψει πολλές φορές από αυτήν. Ο θαλασσοδαρμένος.
    Ο καπετάν Νικόλας, παλιός θαλασσομάχος, περνά τώρα τις μέρες του στην προκυμαία αγναντεύοντας το πέλαγο.
  3. (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος) το φερόμενο προς τα κάτω κάθετο στυλίδιο στον πρόβολο των ιστιοφόρων πλοίων
    ο θαλασσομάχος ενισχύει τον πρόβολο με τα σχοινιά που διέρχονται απ' αυτόν καλούμενα επίσημα (κατά θέση) παρυπήνες καθώς και το προστατευτικό δίχτυ του προβόλου (προβολόδιχτο)
  4. αυτός που έχει κάνει μεγάλα ταξίδια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία