Δείτε επίσης: ζῳοτόκος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωοτόκος < αρχαία ελληνική ζωοτόκος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζωοτόκος

  1. χαρακτηρισμός για τα ζώα που γεννούν τα μικρά τους σε αντίθεση με αυτά που γεννούν αβγά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωοτόκος < ζωός (ζωντανός) και τίκτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζωοτόκος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)