Δείτε επίσης: ευεξάλειπτος
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / εὐεξάλειπτος τὸ εὐεξάλειπτον
      γενική τοῦ/τῆς εὐεξαλείπτου τοῦ εὐεξαλείπτου
      δοτική τῷ/τῇ εὐεξαλείπτ τῷ εὐεξαλείπτ
    αιτιατική τὸν/τὴν εὐεξάλειπτον τὸ εὐεξάλειπτον
     κλητική ! εὐεξάλειπτε εὐεξάλειπτον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὐεξάλειπτοι τὰ εὐεξάλειπτ
      γενική τῶν εὐεξαλείπτων τῶν εὐεξαλείπτων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐεξαλείπτοις τοῖς εὐεξαλείπτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐεξαλείπτους τὰ εὐεξάλειπτ
     κλητική ! εὐεξάλειπτοι εὐεξάλειπτ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐεξαλείπτω τὼ εὐεξαλείπτω
      γεν-δοτ τοῖν εὐεξαλείπτοιν τοῖν εὐεξαλείπτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
εὐεξάλειπτος < εὖ + ἐξαλείφω

  Επίθετο

επεξεργασία

εὐεξάλειπτος, -ος, -ον, συγκριτικός:εὐεξαλειπτότερος

Συγγενικά

επεξεργασία