Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευφάνταστος < ελληνιστική κοινή εὐφάνταστος < εὐ- + φαντασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευφάνταστος

  1. που χαρακτηρίζεται από δημιουργική φαντασία
    ευφάνταστος ποιητής, ευφάνταστη αφήγηση
  2. (μειωτικά) για πρόσωπο που πλάθει φανταστικά γεγονότα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία