Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

imaginative (en)

  1. ευφάνταστος, επινοητικός, αυτός που έχει ζωηρή ή δημιουργική φαντασία
  2. φανταστικός, ψευδής

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
imaginative imaginatives

imaginative (fr)

  1. θηλυκό του imaginatif