Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστημονισμός επιστημονισμοί
γενική επιστημονισμού επιστημονισμών
αιτιατική επιστημονισμό επιστημονισμούς
κλητική επιστημονισμέ επιστημονισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιστημονισμός < επιστήμη + -ονίζω/-ονισμός/-ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιστημονισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) φιλοσοφικός κλάδος που ερευνά την σχέση μεταξύ πίστης και αλήθειας, η αποδοχή ως πραγματικών των κοινά αποδεκτών εννοιών μεταξύ πίστεως και επιστημονικών δεδομένων, το σημείο σύγκλισης μεταξύ πίστης και επιστημονικών δεδομένων
  2. (φιλοσοφία), (μειωτικά) η εσφαλμένη ταύτιση της επιστήμης με την αλήθεια παρά το ότι η επιστήμη απλά αποτελεί διαδικασία ή παρέχει μεδόδους επίγνωσης της αλήθειας
  3. (μεταφορικά), (μειωτικά) ο φανατικός θετικισμός

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συχνά συγχέεται εσφαλμένα με τους όρους θετικισμός (αποδοχή ως πτυχών της πραγματικότητας μόνο των επιστημονικών δεδομένων και των μαθηματικών τύπων που περιγράφουν φαινόμενα / ταύτιση του φυσικού κόσμου με την πραγματικότητα) και αντιμεταφυσική (μη πίστη στο μεταφυσικό), ενώ (ο επιστημονισμός) αποτελεί μεθοδολογία οργάνωσης και συσχέτισης φιλοσοφικών ιδεών.

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία