Δείτε επίσης: ἐντορνεία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εντορμία οι εντορμίες
      γενική της εντορμίας των εντορμιών
    αιτιατική την εντορμία τις εντορμίες
     κλητική εντορμία εντορμίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εντορμία < εν- + αρχαία ελληνική τόρμος + -ία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εντορμία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία