Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εντάξει < αρχαία ελληνική ἐν τάξει

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛn.ˈda.ksi/
audio 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

εντάξει

  1. (χαρακτηρισμός) στην πρέπουσα ή τη σωστή κατάσταση
    τακτοποίησα τα πράγματά μου και τώρα όλα είναι εντάξει
  2. (σε διάλογο) δηλώνοντας την αλλαγή θέματος ή την αναφορά σε κάτι άλλο
  3. (ως απάντηση) ωραία, καλά, σύμφωνοι
    - Θα συναντηθούμε στις 8;
    - Εντάξει.
  4. τέλος, φτάνει, καλώς
  5. (για πρόσωπο, επιθετικά) με τίμια και καλή συμπεριφορά, όπως αρμόζει
    συνώνυμα: σωστός, ξηγημένος
    ο Πέτρος είναι πολύ εντάξει παιδί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

εντάξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντάσσω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
  3. θα εντάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντάσσω