Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η εμπειρογνώμων οι εμπειρογνώμονες
      γενική του/της εμπειρογνώμονος των εμπειρογνωμόνων
    αιτιατική τον/την εμπειρογνώμονα τους/τις εμπειρογνώμονες
     κλητική εμπειρογνώμων εμπειρογνώμονες
Δείτε και το νεότερο εμπειρογνώμονας.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμπειρογνώμων < έμπειρος + -ο- + -γνώμων (< γνώμη)
(η λέξη μαρτυρείται από το 1883)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εμπειρογνώμων αρσενικό ή θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία