Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εγγραμματισμός οι εγγραμματισμοί
      γενική του εγγραμματισμού των εγγραμματισμών
    αιτιατική τον εγγραμματισμό τους εγγραμματισμούς
     κλητική εγγραμματισμέ εγγραμματισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγγραμματισμός < εγγράμματος + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) literacy)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγγραμματισμός αρσενικό

(νεολογισμός)
  1. η ικανότητα ανάγνωσης και γραφής
     συνώνυμα: αλφαβητισμός
     αντώνυμα: αναλφαβητισμός
  2. η ικανότητα κατανόησης και αποτελεσματικού χειρισμού του γραπτού και προφορικού λόγου καθώς και η χρήση των αποκτημένων γνώσεων για την επίλυση σύνθετων προβλημάτων ή καταστάσεων
     συνώνυμα: εγγραμματοσύνη
    • Με τον όρο εγγραμματισμό δεν εννοούμε μόνο την ικανότητα των μαθητών να διαβάζουν και να γράφουν αλλά να κατανοούν και να χειρίζονται αποτελεσματικά το γραπτό λόγο και γενικότερα να χρησιμοποιούν τις γνώσεις, που απόκτησαν στο σχολείο, στην καθημερινή τους ζωή. (*)
    • Κεντρική έννοια του PISA είναι ο εγγραμματισμός (literacy) των μαθητών στην Κατανόηση Κειμένου, τα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες. Ως εγγραμματισμός ορίζεται η ικανότητα των μαθητών να εφαρμόζουν τις γνώσεις και δεξιότητες που απέκτησαν στα τρία βασικά αντικείμενα, ώστε να αναλύουν, να συλλογίζονται και να επικοινωνούν αποτελεσματικά, όταν διατυπώνουν, επιλύουν και ερμηνεύουν προβλήματα της καθημερινής ζωής. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία