Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικάσιμος < αρχαία ελληνική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δικάσιμος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δικάσιμος θηλυκό (καθομιλουμένη) δικάσιμη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία