↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεκτός η δεκτή το δεκτό
      γενική του δεκτού της δεκτής του δεκτού
    αιτιατική τον δεκτό τη δεκτή το δεκτό
     κλητική δεκτέ δεκτή δεκτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεκτοί οι δεκτές τα δεκτά
      γενική των δεκτών των δεκτών των δεκτών
    αιτιατική τους δεκτούς τις δεκτές τα δεκτά
     κλητική δεκτοί δεκτές δεκτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
δεκτός, ρηματικό επίθετο σε -τός του ρήματος δέχομαι

  Επίθετο

επεξεργασία

δεκτός, -ή, -ό

  1. που τον δέχεται κάποιος στην έδρα του λειτουργήματός του
    ο νέος πρεσβευτής έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
  2. για άποψη ή πρόταση που την δέχεται κάποιος ως συζητήσιμη
    • Δεκτό(ν): μονολεκτική απάντηση σε άποψη ή πρόταση που προηγήθηκε

  Μεταφράσεις

επεξεργασία