Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δίκλωνος δίκλωνη δίκλωνο
γενική δίκλωνου δίκλωνης δίκλωνου
αιτιατική δίκλωνο δίκλωνη δίκλωνο
κλητική δίκλωνε δίκλωνη δίκλωνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίκλωνοι δίκλωνες δίκλωνα
γενική δίκλωνων δίκλωνων δίκλωνων
αιτιατική δίκλωνους δίκλωνες δίκλωνα
κλητική δίκλωνοι δίκλωνες δίκλωνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. δίκλωνος < δι- + κλώνος + -ος
  2. δίκλωνος < δι- + κλωνιά + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίκλωνος, -η, -ο

  1. που έχει δύο κλώνους
    Στη δημοσιά σαν αγκαλιά / δίκλωνη ενός διαβήτη, / του αγέρα δάχτυλα στη χήτη / και μίλια στην κοιλιά (Γιώργος Σεφέρης, Αυτοκίνητο)
  2. που έχει δύο κλωστές
      Συνώνυμα: δίκλωστος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία