Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γευσιγνώστης' αρσενικό (θηλυκό γευσιγνώστιρα

  • ειδικός στην κριτική γεύσεων και ιδίως κρασιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία