Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γερμανισμός οι γερμανισμοί
      γενική του γερμανισμού των γερμανισμών
    αιτιατική τον γερμανισμό τους γερμανισμούς
     κλητική γερμανισμέ γερμανισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. γερμανισμός < Γερμαν(ός) + -ισμός
  2. γερμανισμός < γαλλική germanisme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γερμανισμός αρσενικό

  1. το σύνολο των Γερμανών, κυρίως ως προς τα κοινά τους πολιτισμικά και άλλα στοιχεία και χαρακτηριστικά
  2. (γλωσσολογία) ιδιωματισμός της γερμανικής (στο λεξιλόγιο, τη σύνταξη κ.λπ.)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία