Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαστρίτιδα οι γαστρίτιδες
      γενική της γαστρίτιδας των γαστριτίδων
& γαστρίτιδων
    αιτιατική τη γαστρίτιδα τις γαστρίτιδες
     κλητική γαστρίτιδα γαστρίτιδες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαστρίτιδα < γαστήρ (γενική: γαστρ-ός) + -ίτιδα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαστρίτιδα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία