Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαλλοτραφείς η γαλλοτραφείσα το γαλλοτραφέν
      γενική του γαλλοτραφέντος
γαλλοτραφέντα1
της γαλλοτραφείσας
γαλλοτραφείσης*
του γαλλοτραφέντος
    αιτιατική τον γαλλοτραφέντα τη γαλλοτραφείσα το γαλλοτραφέν
     κλητική γαλλοτραφείς γαλλοτραφείσα γαλλοτραφέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαλλοτραφέντες οι γαλλοτραφείσες τα γαλλοτραφέντα
      γενική των γαλλοτραφέντων των γαλλοτραφεισών των γαλλοτραφέντων
    αιτιατική τους γαλλοτραφέντες τις γαλλοτραφείσες τα γαλλοτραφέντα
     κλητική γαλλοτραφέντες γαλλοτραφείσες γαλλοτραφέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -είς -εῖσα, -έν
1 νεότερος τύπος
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα «πληγείς» Κατηγορία όπως «γαλλοτραφείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλλοτραφείς < γαλλο- + τραφείς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαλλοτραφείς

  • άλλη μορφή του γαλλοτραφής
    ※ Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί -γαλλοτραφέντες- διανοούμενοι στριμωγμένοι στα λίγα τετραγωνικά του τηλεοπτικού τους παραθύρου, για τα λίγα λεπτά της τηλεοπτικής τους δημοσιότητας. (* εφημερίδα Καθημερινή, 2005/11/13)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

γαλλοτραφείς

  • γαλλοτραφής, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
    ※  Έχω την αίσθηση ότι λίγοι είναι εδώ οι πραγματικά γαλλοτραφείς... (Αυτό το φευγαλέο «je ne sais quoi». Από τον Δημήτρη Πολιτάκη Περί του εγχώριου αφηρημένου «γαλλοφρονισμού» που γνωρίζει μεγάλες πιένες αυτή την εβδομάδα, 26.4.2017 lifo.gr [1])