Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βραδυκαρδία οι βραδυκαρδίες
      γενική της βραδυκαρδίας των βραδυκαρδιών
    αιτιατική τη βραδυκαρδία τις βραδυκαρδίες
     κλητική βραδυκαρδία βραδυκαρδίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βραδυκαρδία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βραδυκαρδία θηλυκό

  1. (ιατρική): διαταραχή του ρυθμού λειτουργίας της καρδιάς με μεγάλη μείωση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία