Δείτε επίσης: βιογένεση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιογενετική οι βιογενετικές
      γενική της βιογενετικής των βιογενετικών
    αιτιατική τη βιογενετική τις βιογενετικές
     κλητική βιογενετική βιογενετικές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιογενετική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική biogénétique < αρχαία ελληνική βίος + γίγνομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βιογενετική θηλυκό

  1. (νεολογισμός) (βιολογία) οι θεωρίες και οι μελέτες που ασχολούνται με τη γένεση και εξέλιξη της ζωής
  2. (νεολογισμός) (βιολογία) (γενετική) η γενετική μηχανική, η προσπάθεια παρέμβασης και αλλαγών στις γενετικές διαδικασίες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία