Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιασμός βιασμοί
γενική βιασμού βιασμών
αιτιατική βιασμό βιασμούς
κλητική βιασμέ βιασμοί
 
έργο του Max Slevogt (1868–1932): "Ο Faun κι ένα κορίτσι."

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιασμός < ελληνιστική κοινή βιασμός < αρχαία ελληνική βιάζω < βία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷeih₃w- (ζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.a.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βιασμός αρσενικό

  1. ο εξαναγκασμός ενός ατόμου σε σεξουαλική συνεύρεση ενάντια στη θέλησή του
  2. (μεταφορικά) η κακοποίηση
    ο βιασμός της ελληνικής γλώσσας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία