Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βερικοκκί αἱ βερικοκκίαι
      γενική τῆς βερικοκκίᾱς τῶν βερικοκκιῶν
      δοτική τῇ βερικοκκί ταῖς βερικοκκίαις
    αιτιατική τὴν βερικοκκίᾱν τὰς βερικοκκίᾱς
     κλητική ! βερικοκκί βερικοκκίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βερικοκκί
γεν-δοτ τοῖν  βερικοκκίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βερικοκκία < βερίκοκκον + -ία < πραικόκκιον < λατινική praecox (persicum=πρώιμο περσικό/ροδάκινο) < prae + coquo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pekʷ- (μαγειρεύω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βερικοκκία θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία