Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βεβαιωτικός βεβαιωτική βεβαιωτικό
γενική βεβαιωτικού βεβαιωτικής βεβαιωτικού
αιτιατική βεβαιωτικό βεβαιωτική βεβαιωτικό
κλητική βεβαιωτικέ βεβαιωτική βεβαιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βεβαιωτικοί βεβαιωτικές βεβαιωτικά
γενική βεβαιωτικών βεβαιωτικών βεβαιωτικών
αιτιατική βεβαιωτικούς βεβαιωτικές βεβαιωτικά
κλητική βεβαιωτικοί βεβαιωτικές βεβαιωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βεβαιωτικός < ελληνιστική κοινή βεβαιωτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βεβαιωτικός

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία