Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

affirmative, θηλυκό του affirmatif

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
affirmative affirmatives

affirmative (fr) θηλυκό

  1. ο θετικός τρόπος απάντησης
    répondre par l'affirmative - δίνω θετική απάντηση

ΑντώνυμαΕπεξεργασία