Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαλίτσα βαλίτσες
γενική βαλίτσας βαλιτσών
αιτιατική βαλίτσα βαλίτσες
κλητική βαλίτσα βαλίτσες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαλίτσα < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.ˈli.tsa/
 
μια βαλίτσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαλίτσα θηλυκό

  • αποσκευή σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με σκληρά τοιχώματα, για τη μεταφορά ρούχων

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • θα πάει μακριά η βαλίτσα: αυτή η υπόθεση θα συνεχιστεί για πολύ ακόμα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία