Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βαθύχρωμος βαθύχρωμη βαθύχρωμο
γενική βαθύχρωμου βαθύχρωμης βαθύχρωμου
αιτιατική βαθύχρωμο βαθύχρωμη βαθύχρωμο
κλητική βαθύχρωμε βαθύχρωμη βαθύχρωμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαθύχρωμοι βαθύχρωμες βαθύχρωμα
γενική βαθύχρωμων βαθύχρωμων βαθύχρωμων
αιτιατική βαθύχρωμους βαθύχρωμες βαθύχρωμα
κλητική βαθύχρωμοι βαθύχρωμες βαθύχρωμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθύχρωμος < βαθυ- + χρώμα + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθύχρωμος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία