Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βαθυμετρικός βαθυμετρική βαθυμετρικό
γενική βαθυμετρικού βαθυμετρικής βαθυμετρικού
αιτιατική βαθυμετρικό βαθυμετρική βαθυμετρικό
κλητική βαθυμετρικέ βαθυμετρική βαθυμετρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαθυμετρικοί βαθυμετρικές βαθυμετρικά
γενική βαθυμετρικών βαθυμετρικών βαθυμετρικών
αιτιατική βαθυμετρικούς βαθυμετρικές βαθυμετρικά
κλητική βαθυμετρικοί βαθυμετρικές βαθυμετρικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθυμετρικός < βαθυμετρία + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθυμετρικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία