Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βάρυπνος βάρυπνη βάρυπνο
γενική βάρυπνου βάρυπνης βάρυπνου
αιτιατική βάρυπνο βάρυπνη βάρυπνο
κλητική βάρυπνε βάρυπνη βάρυπνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βάρυπνοι βάρυπνες βάρυπνα
γενική βάρυπνων βάρυπνων βάρυπνων
αιτιατική βάρυπνους βάρυπνες βάρυπνα
κλητική βάρυπνοι βάρυπνες βάρυπνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάρυπνος < βαρύς + ύπνος + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βάρυπνος

  1. που έχει βαρύ ύπνο
  2. που είναι και «βαρύς» και δύσθυμος από τον ύπνο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία