↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αστρομαγικός η αστρομαγική το αστρομαγικό
      γενική του αστρομαγικού της αστρομαγικής του αστρομαγικού
    αιτιατική τον αστρομαγικό την αστρομαγική το αστρομαγικό
     κλητική αστρομαγικέ αστρομαγική αστρομαγικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αστρομαγικοί οι αστρομαγικές τα αστρομαγικά
      γενική των αστρομαγικών των αστρομαγικών των αστρομαγικών
    αιτιατική τους αστρομαγικούς τις αστρομαγικές τα αστρομαγικά
     κλητική αστρομαγικοί αστρομαγικές αστρομαγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αστρομαγικός < αστρο- + μαγικός

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /a.stɾo.ma.ʝiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐στρο‐μα‐γι‐κός

  Επίθετο

επεξεργασία

αστρομαγικός, -ή, -ό

  • σχετικός με άστρα και μαγεία
    ※  αίφνης εμπρός σου η Pamela, η ασύγκριτη, να έλκει τη ματιά σου, σαν αστρομαγικός μαγνήτης αρχαίων μάγων της Φοινίκης, επάνω στο θεσπέσιο κορμί της, το λαχταριστό
    Θανάσης Τριαρίδης, Τα μελένια λεμόνια: η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων, εκδ. Τυπωθήτω, 2007, σελ. 404

  Μεταφράσεις

επεξεργασία