Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ασαβούρωτος ασαβούρωτη ασαβούρωτο
γενική ασαβούρωτου ασαβούρωτης ασαβούρωτου
αιτιατική ασαβούρωτο ασαβούρωτη ασαβούρωτο
κλητική ασαβούρωτε ασαβούρωτη ασαβούρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασαβούρωτοι ασαβούρωτες ασαβούρωτα
γενική ασαβούρωτων ασαβούρωτων ασαβούρωτων
αιτιατική ασαβούρωτους ασαβούρωτες ασαβούρωτα
κλητική ασαβούρωτοι ασαβούρωτες ασαβούρωτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασαβούρωτος < α- + σαβουρώνω + -τος < σαβουρώνω < σαβούρα < μεσαιωνική ελληνική σαβούρα < λατινική saburra < sabulum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sámh₂dʰos < *sem-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασαβούρωτος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία