Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαβουρώνω < σαβούρ(α) + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σαβουρώνω

  1. προσθέτω σαβούρα, έρμα σε πλεούμενο
  2. (λαϊκότροπο) τρώω μεγάλη ποσότητα φαγητού, πιθανόν αδιαφορώντας για την ποιότητα, απλώς για να γεμίσω το στομάχι μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία