Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αριθμητήριο τα αριθμητήρια
      γενική του αριθμητηρίου των αριθμητηρίων
    αιτιατική το αριθμητήριο τα αριθμητήρια
     κλητική αριθμητήριο αριθμητήρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αριθμητήριο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αριθμητήριο ουδέτερο

  • το σχολικό όργανο που χρησιμοποιείται στα δημοτικά για την πρακτική διδασκαλία της αριθμητικής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία