Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αραιοκατοικημένος < αραιο- (αραιός / αραιά) + κατοικημένος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αραιοκατοικημένος, -η, -ο

  • που χαρακτηρίζεται από αραιή κατοίκηση, από χαμηλή αναλογία κατοίκων ανά μονάδα έκτασης γης

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία