Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατοίκηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατοίκηση θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία