Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αποσχιστικός αποσχιστική αποσχιστικό
γενική αποσχιστικού αποσχιστικής αποσχιστικού
αιτιατική αποσχιστικό αποσχιστική αποσχιστικό
κλητική αποσχιστικέ αποσχιστική αποσχιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποσχιστικοί αποσχιστικές αποσχιστικά
γενική αποσχιστικών αποσχιστικών αποσχιστικών
αιτιατική αποσχιστικούς αποσχιστικές αποσχιστικά
κλητική αποσχιστικοί αποσχιστικές αποσχιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποσχιστικός < από + σχίζω + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αποσχιστικός -ή -ό

  • που αναφέρεται ή υποστηρίζει την απόσχιση μιας περιοχής από το κράτος στο οποίο ανήκει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία