Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανθίζω < άνθος + -ίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανθίζω και ανθώ, πρτ.: άνθιζα, στ.μέλλ.: θα ανθίσω, αόρ.: άνθισα, παθ.φωνή: ανθίζομαι, μτχ.π.π.: ανθισμένος

  1. (για φυτά) βγάζω άνθη
    Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος (τίτλος μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη)
  2. (μεταφορικά) ομορφαίνω, αναπτύσσομαι, ακμάζω, φτάνω στην καλύτερη εποχή μου
    στα Κυκλαδονήσια άνθισε κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ιδιαίτερος και πρωτότυπος πολιτισμός
  3. (αργκό) καταλαβαίνω (στη γλώσσα των κακοποιών)
    "επιτέλους αρχίζεις ν΄ ανθίζεις !"

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία