Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανενόχλητος η ανενόχλητη το ανενόχλητο
      γενική του ανενόχλητου της ανενόχλητης του ανενόχλητου
    αιτιατική τον ανενόχλητο την ανενόχλητη το ανενόχλητο
     κλητική ανενόχλητε ανενόχλητη ανενόχλητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανενόχλητοι οι ανενόχλητες τα ανενόχλητα
      γενική των ανενόχλητων των ανενόχλητων των ανενόχλητων
    αιτιατική τους ανενόχλητους τις ανενόχλητες τα ανενόχλητα
     κλητική ανενόχλητοι ανενόχλητες ανενόχλητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανενόχλητος < α στερητικό και ενοχλώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανενόχλητος

  • που δεν τον ενοχλεί κανείς ενώ θα έπρεπε ή και που σωστά τον αφήνουν στη ησυχία του
  • θέλω να συγκεντρωθώ ανενόχλητος στο διάβασμά μου
  • οι δράστες έδρασαν ανενόχλητοι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία