Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναξιοπρέπεια οι αναξιοπρέπειες
      γενική της αναξιοπρέπειας των αναξιοπρεπειών
    αιτιατική την αναξιοπρέπεια τις αναξιοπρέπειες
     κλητική αναξιοπρέπεια αναξιοπρέπειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναξιοπρέπεια < αν- στερητικό + αξιοπρέπεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναξιοπρέπεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αναξιοπρεπούς, η έλλειψη αξιοπρέπειας
  2. ενέργεια ή συμπεριφορά που δείχνει έλλειψη εξιοπρέπειας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία