Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανακρεόντειος η ανακρεόντεια το ανακρεόντειο
      γενική του ανακρεόντειου της ανακρεόντειας του ανακρεόντειου
    αιτιατική τον ανακρεόντειο την ανακρεόντεια το ανακρεόντειο
     κλητική ανακρεόντειε ανακρεόντεια ανακρεόντειο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανακρεόντειοι οι ανακρεόντειες τα ανακρεόντεια
      γενική των ανακρεόντειων των ανακρεόντειων των ανακρεόντειων
    αιτιατική τους ανακρεόντειους τις ανακρεόντειες τα ανακρεόντεια
     κλητική ανακρεόντειοι ανακρεόντειες ανακρεόντεια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακρεόντειος < καθαρεύουσα Ἀνακρεόντειος < (ελληνιστική κοινή) Ἀνακρεόντειος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανακρεόντειος

  1. σχετικός, συναφής, συγγενής με την ποίηση του ίδιου του ποιητή Ανακρέοντα
    ανακρεόντειο μέτρο (ένα μέτρο που ορισμένοι θεώρησαν ως το αγαπημένο του Ανακρέοντα (ίσως 572-488 π.Χ.)
    ανακρεόντειο έργο
  2. σχετικό με ποίηση που παραπέμπει στον Ανακρέοντα, που είναι δηλαδή βακχική, εστιαζόμενη στο κρασί, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής, χωρίς απαραιτήτως να έχει γραφεί από εκείνον
  3. Ανακρεόντεια (ως ουσιαστικό) αποκαλούνται μια σειρά από έργα που παλιότερα αποδίδονταν με σιγουριά στον Ανακρέοντα και που από το 1900 και μετά όμως εγείρονται όμως πολλές ενστάσεις για το κατά πόσον γράφτηκαν όντως από εκείνον -με κυρίαρχη την άποψη ότι μάλλον δεν είναι γνήσια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία