Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλευρούχος < αλεύρι + -ούχος (< έχω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλευρούχος, -α /-ος, -ο, πληθυντικός αλευρούχοι

  1. αυτός -ή, -ό που περιέχει αλεύρι
  2. σκεύασμα, τρόφιμο ή ρόφημα που έχει ως βάση παρασκευής το αλεύρι.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία