Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκεύασμα τα σκευάσματα
      γενική του σκευάσματος των σκευασμάτων
    αιτιατική το σκεύασμα τα σκευάσματα
     κλητική σκεύασμα σκευάσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκεύασμα < ελληνιστική κοινή σκεύασμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκεύασμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία