Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκευάζω < αρχαία ελληνική σκευάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκευάζω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία