↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλεπουδίσιος η αλεπουδίσια το αλεπουδίσιο
      γενική του αλεπουδίσιου της αλεπουδίσιας του αλεπουδίσιου
    αιτιατική τον αλεπουδίσιο την αλεπουδίσια το αλεπουδίσιο
     κλητική αλεπουδίσιε αλεπουδίσια αλεπουδίσιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλεπουδίσιοι οι αλεπουδίσιες τα αλεπουδίσια
      γενική των αλεπουδίσιων των αλεπουδίσιων των αλεπουδίσιων
    αιτιατική τους αλεπουδίσιους τις αλεπουδίσιες τα αλεπουδίσια
     κλητική αλεπουδίσιοι αλεπουδίσιες αλεπουδίσια
Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο.
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αλεπουδίσιος < αλεπού

  Επίθετο

επεξεργασία

αλεπουδίσιος, -α, -ο

  1. που ανήκει ή αναφερεται στην αλεπού
  2. που μοιάζει με την αλεπού

  Μεταφράσεις

επεξεργασία