Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλεξανδρινός < Αλεξανδρινός < Ἀλεξανδρινός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλεξανδρινός, ή, ο

  1. που ανάγεται στην ελληνιστική εποχή, στους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου
    αυτό έγινε στα αλεξανδρινά χρόνια
  2. που ανάγεται στην κουλτούρα της Αλεξάνδρεια]]ς
    η αλεξανδρική φιλοσοφία
  3. εμπόρευμα που προέρχεται από την Αλεξάνδρεια
    έφερα αλεξανδρινά σύκα
  4. το ουδέτερο (το αλεξανδρινό ή αλεξαντρινό) είναι καλλωπιστικό φυτό με κόκκινα φύλλα
  Δείτε επίσης: Αλεξανδρινός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία