Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλατοφόρος η αλατοφόρα το αλατοφόρο
      γενική του αλατοφόρου της αλατοφόρας του αλατοφόρου
    αιτιατική τον αλατοφόρο την αλατοφόρα το αλατοφόρο
     κλητική αλατοφόρε αλατοφόρα αλατοφόρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλατοφόροι οι αλατοφόρες τα αλατοφόρα
      γενική των αλατοφόρων των αλατοφόρων των αλατοφόρων
    αιτιατική τους αλατοφόρους τις αλατοφόρες τα αλατοφόρα
     κλητική αλατοφόροι αλατοφόρες αλατοφόρα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλατοφόρος < αλάτ(ι) + -ο- + -φόρος (< φέρω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλατοφόρος

  1. αυτός που φέρει ή παράγει αλάτι
  2. αλατούχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία